ALI BABA
35215 αναγνώστες
Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009
20:53

 

 

www.mantri.gr

Μπήκαν μωρέ μπήκαν τα γίδια στο μαντρί

Μπήκαν μωρέ μπήκαν τα γίδια στο μαντρί

Τα πρόβατα στη στρούγκα Χρυσούλα κι αδερφούλα

Κι η Χρύ μωρέ κι Χρύσω δεν εφάνηκε

να ροβολάει στη στάνη μαζί με το Γιουρντάνι.

Ρωτά μωρέ ρωτά τε τους τσομπάνηδες

και τους τσομπαναραίους βλάχους κι βλαχαραίους

Μην ει μωρέ μην είδατε τη Χρυσαυγή ;

Τη Χρύσω τη Χρυσούλα και τη σταυραδερφούλα.

 

www.mantri.gr

 

 

 

 

 

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
6119 αναγνώστες
24 σχόλια
 Όλα τα σχόλια για το άρθρο
Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009
21:05

 

Στη Δροσιά και στην Εκάλη
άναψε φωτιά μεγάλη
και δακρύζω η καημένη
και ας ζω στη Βουλιαγμένη.
Άντρες μα και παλληκάρια
καταβρέχουν κουκουνάρια
κι εγώ για συμπαράσταση
συγγράφω μια παράσταση.
Στο χορό θα κλαίνε πλύστρες
του Νταού μοιρολογίστρες
δάκρυα πολλά θα χύσουν
νταμιζάνες θα γεμίσουν.
Σαν τα βλέφαρα στεγνώσουν
και τα μάτια τους γλαρώσουν
τα σταμνιά θα ζαλωθώ
και στη δημοσιά θα βγω.
Δρόμο παίρνω δρόμο αφήνω
και στιγμή δεν παρεκκλίνω
γρήγορα θέλω να φτάσω
τη φωτιά για να προφτάσω.
Πάνω που είχα κουραστεί
και τα πόδια μου πρηστεί
να 'σου βλέπω ένα Άτος
που εφλέγετο σα βάτος.
Τα λαγήνια ξεκρεμώ
και ως ταύρος εφορμώ
το νερό με φόρα ρίχνω
σα γυνή της Πίνδου δείχνω.
Μα αέρας παιχνιδιάρης
και τσαχπινογαργαλιάρης
το νερό το ξεστρατίζει
και περαστικό δροσίζει .
Τόσο δάκρυ πήγε στράφι
και δε γλίτωσε το Ντράφι.
Δε μπορώ πια να δακρύσω
και την πυρκαγιά να σβήσω
μα, αν εστία αντικρύσω
στη στιγμή θα κατουρήσω.
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
1916 αναγνώστες
7 σχόλια
 Όλα τα σχόλια για το άρθρο
Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009
21:21

 

 
Σε κόκκινο φόντο, τα καταθλιπτικά Emos των Χρηματαγορών, γονατίζουν ευλαβικά με τα μάτια βουρκωμένα μπροστά σε σπασμένους διακοσάρηδες και σε διαγραμματικούς σχηματισμούς τύπου «κάτω κεφάλι πήρε βιάγκρα» και «σηκώθηκαν τ’ αγγούρια, να δείρουν τον μανάβη», θρηνώντας για την οικονομία που είναι χάλια, την κοινωνία που είναι χάλια και τη ζωή ολόκληρη, που είναι χάλια κι αυτή, πανάθεμά τη, πασκίζοντας μάταια να βρούν μια λογική εξήγηση για την άνοδο. Ρουφώντας τις μύξες τους, κλαίνε και προσεύχονται κατανυκτικά υπέρ ημών, των πεπλανημένων, που η άνοδος μας έπιασε με τα χαρτιά απάνω μας –συμφορά μας.

Τα ορκισμένα μέλη του Τάγματος των Μοιρολατρών, παρηγοριούνται αναμεταξύ τους -παρηγοριά στον Άχαρτο, μέχρι να βγεί η ψυχή του- χτυπώντας συγκαταβατικά ο ένας την πλάτη του άλλου, με την γνωστή επωδό «δεν πειράζει, ας χάσαμε αυτή την άνοδο, τουλάχιστον δεν χάσαμε το μετρητό μας», το οποίο φυλάνε στον κόρφο τους, μέχρι να βρούν κατάλληλο σημείο εισόδου, δηλαδή μέχρι να τους το ξεκάνει ο πληθωρισμός, που έρχεται καλπάζοντας, πάνω στο μαύρο αλόγατο του Εγκέφαλου Καβαλάρη. Εν τω μεταξύ, για να μην μένουν άπρακτοι, περιδιαβαίνουν τα στενά του φόρουμ, σαν κάτι γκόμενες στην παραλία, χωμένες στο νερό ίσαμε τον αστράγαλο, «αχ, καλέ κρύο είναι το νερό, δεν μπαίνω μέσα !». Ωραία, μην μπεις. Κάτσε απόξω, να γίνεις η μικρή ερυθρόδερμη Ποκαχόντας, που πάσχει από μελάνωμα.


Την ίδια στιγμή, η Λέσχη Φιλοσόφων και Ιστορικών «Ο Αρκτούρος», ολοκληρώνει το νέο της λεύκωμα, υπό τον τίτλο «Η Καρπαζιά μας έρχεται, εμπρός, βήμα ταχύ, να την προϋπαντήσουμε παιδιά, στην εξοχή», κάνοντας βέβαια γαργάρα το ότι η χαμένη ευκαιρία εκμετάλλευσης ανοδικού κύματος οκτακοσίων ολόκληρων μονάδων της κλίμακας Πρέχτερ, είναι πλέον αμετάκλητο ιστορικό γεγονός και δεν υπάρχει ούτε τρόπος ούτε καν ελπίδα αντιστροφής της κατάστασης. Έμπειροι ταριχευτές, σε συνεργασία με βιολόγους και λοιπούς ειδικούς αναλυτές, ψάχνουν να βρούν πώς διάβολο έγινε και το Βαλσαμωμένο Πουλί της Ανόδου άνοιξε τα πλουμιστά φτερά του και τους πέταξε μέσ’ απ’ τα χέρια. Ταυτόχρονα, μέσω των σωματείων τους, προβάλλουν εκβιαστικά αιτήματα, όπως, ας πούμε, ότι δεν πρόκειται να μπούν στην αγορά εάν δεν τους προκαταβληθεί ολόκληρος ο φόρος των μερισμάτων (καθώς και τα τέλη κυκλοφορίας του παπιού τους) ή ότι εάν δεν διορθώσουν οι δείκτες, τότε θα κρατήσουν την αναπνοή τους μέχρι να σκάσουν.

Στον Ιερό Ναό της Αγίας Φάπας ετελέσθη βάπτισις νεογνής μουλωχτής ανόδου, η οποία και έλαβε το όνομα «Τεχνική Αντίδραση». Παρόντες, ο Χαιρόπουλος, που χάρηκε πολύ, καθώς κι ένας πλανόδιος κουκουβαγοπώλης, που προφανώς δεν βρήκε καλύτερο μέρος από την Αθήνα, για να πουλήσει τα σοφά πτηνά του.

Τεχνική αντίδραση, σωστά. ‘Αλλωστε, τα πάντα στη ζωή, τεχνικές αντιδράσεις είναι. Κι ο Μπάγιεβιτς που πετάγεται από τον πάγκο, σαν βάτραχος –όπως και είναι, άλλωστε- και κωλοχεριάζει τον Μπλάνκο, τον Ζορρό (-βρε τι παιχτούρα είν’ αυτή ; -Μίλαν, Μπάρτσα, Μάντσεστερ, κοιμάστε όρθιες ;), κι αυτό ακόμη τεχνική αντίδραση είναι. Αντιδρά ο τεχνικός της ομάδας, άρα τεχνική αντίδραση. Ωραία τα λέω, ο άτιμος.

Ή μήπως ήταν το τίναγμα της ψόφιας γάτας ? -Ώστε ψόφια ήταν η γάτα ; -Βρε, λες να είχε χάσει ΚΑΙ τις επτά ψυχές της ; -Δηλαδή, την περίπτωση να της είχαν μείνει κανα-δυό ψυχές ως απόθεμα, την αποκλείουμε ? ‘Η την άλλη την περίπτωση ? Να πρόκειται δηλαδή για την Εκτίναξη του Ψόφιου Κοριού ?
 
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
7313 αναγνώστες
2 σχόλια
 Όλα τα σχόλια για το άρθρο
Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009
15:12

Μπουκιά και συγχώριο το πουτανάκι. Αλλά κι ο Ιππόδαμος, ωραίος άντρας. Το ζόρι ήταν ο πατέρας της. Πρόσωπο αξιοσέβαστο στη Μίλητο καθότι διοικούσε το μεγαλύτερο φροντιστήριο τής περιοχής. Γραφόσουν στο φροντιστήριο τού Αξίοχου κι έβγαινες μεγάλος και τρανός. Ειδικά στην παρλαπίπα. Το άσπρο μαύρο έκανες και σου χτυπάγανε και παλαμάκια.
Το ξέκωλο , εκτός απ’ τα θεσπέσια καπούλια και τη φάτσα Μαστροκώστα, είχε και μια γλώσσα ροδάνι. Κρεμόσουν απ’ τα χείλια της. Άσε που παρακολουθούσε και τα μαθήματα του πατέρα της και σου τραβούσε κάτι αναλύσεις για τη γέννηση τού σύμπαντος να σου ‘ρχεται περίοδος! Ενθουσιάστηκε απ’ όλα τούτα ο Ιππόδαμος και, παρά τον κίνδυνο να τον τουλουμιάσει στο ξύλο ο γέρος, το στραμπούλιξε το πορνίδιο και του δίδαξε και τις άλλες χρήσεις της στοματικής κοιλότητας.
Όμως ο Ιππόδαμος ήταν και τύπος ανήσυχος. Δεν τον χωρούσε το χωριό. Κι έτσι ξενιτεύτηκε στη μεγάλη πόλη, που τότε τη λέγανε Αθήνα. Είχε και μια κλίση στο σχέδιο, βρήκε τους Αθηναίους να ασχολούνται με το αν θα μπει στην κυβέρνηση ο Καρατζαφέρης, τους έχτισε τον Πειραιά, είδαν οι καράβλαχοι πρώτη φορά στη ζωή τους ολοκληρωμένο σχέδιο πόλεως, χαραγμένα οικόπεδα, μεζονετούλες και πλατείες και να σου μεγάλος και τρανός ο Ιππόδαμος. Και κατά τον ρουν των γεγονότων και τα ειωθότα της εποχής αντί ν αγοράζει Πόρσε, αγόραζε αγοράκια, έκανε τσιμπούσια, μάζευε και παλλακίδες-γιατί μερικοί προσκεκλημένοι ήταν ανώμαλοι κι ήθελαν και γυναικάκια -και τη βόλευε μπέικα ο Βωβός της αρχαιότητας.
Κι εκεί που κουτούπωνε τον πισινό ενός δούλου, του ήρθε η φλασιά. «Ρε κείνο το πουτανάκι η Ασπασία, τι να γίνεται; Δεν το φέρνω δω να τους μουρλάνω όλους που έχουν πήξει στις χαμηλοκώλες και στις κουτσομπόλες; Τσιμπούσια μετά διαλέξεων. Να χαίρεται το μάτι σου, να φχαριστιέται ο φαλλός σου και να χαϊδεύονται τ’ αυτιά σου ταυτόχρονα. Της Ασπασίας θα γίνει!».
Της τραβάει την προσκλησάρα ο Ιππόδαμος, λιγώνεται η μικρά με την ιδέα πως την περιμένουν τα μεγάλα σαλόνια, καβαλάει το χάι σπιντ Μίλητος- Παλούκια και σε λίγους μήνες-άργησε το γρήγορο καθότι είχε κύμα- τσουπ στη βιλάρα τού Ιππόδαμου.
Το μαθαίνει η κουτσομπόλα ο Κριτίας ,πως ο Ιππόδαμος Ψινάκης έφερε φρέσκο πράμα και λαχταριστό ,και το κάνει βούκινο στους καφενέδες. Κι έπεσε επιδημία σιελλόροιας στους παραλήδες κι ανυπομονούσαν πότε θα δουν την Ασπάσα και πότε θα πάρουν πάσα.
Τους αφήνει ένα εικοσιτετράωρο να βράζουν στο ζουμί τους ο πορνόγερος και την επομένη ρίχνει το κάλεσμα για το τσιμπούσι. Και πήξανε οι μπαρμπέρηδες στο τάλλαρο και στις τρίχες καθότι οι αρχαίοι την κόμη περί πολλού την είχαν.
Μπαστακώθηκαν απ’ το σούρουπο στις ντιβανάρες του Ιππόδαμου ο Κριτίας κι ο Φειδίας κι ο Αναξαγόρας κι ο Αμεινοκλής κι ο Εβαϊων και περίμεναν την άφιξη της Ασπάσως. Που όταν έσκασε μύτη, τους έφυγε η ούγια , αλλά το παίξανε και λίγο μπλαζέ ,ως υπαγόρευε η αριστοκρατική καταγωγή τους.
Τρούπωσε στην αντροπαρέα η Ασπασία, ξάπλαρε δίπλα στον Αναξαγόρα ,που ήταν κοντοπατριώτης και παιδί σπαθί, ματσούλησαν τα κοψίδια κι ήρθε η ώρα τού μπεκρουλιάσματος (σημ. αρθρογράφου: πρώτα την έκαναν ταράτσα οι πρόγονοι και μετά σούρωναν κι όχι τούμπαλιν σαν εμάς που πλακωνόμαστε στα ξίδια και μετά ψάχνουμε για πατσατζίδικο και μπουγατσάδικο). Κι επειδής το κρασί θέλει παιχνίδια το ‘ριξαν στον κότταβο. Μόνο που αντί να σημαδεύουν με σταγόνες κρασιού απ’ το ποτήρι τους ακίνητους στόχους, βάλανε στο σημάδι μια ζουμπουρλού μισόγυμνη χορεύτρια που περπάταγε με τα χέρια. Κι έτσι άρχισε να μπαίνει στο νόημα η Ασπάσω για το πώς πιτσιλούσαν τα θηλυκά οι Αθηναίοι.
Κύλαγαν οι μέρες, ξεναγούσε ο Ιππόδαμος την Ασπασία στην πόλη και σκεφτόταν τον τρόπο να την ξεφορτωθεί απ’ το σπίτι ,καθώς βγήκε η βρώμα πως ο πολεοδόμος το γύρισε στις γυναίκες και δεν του καθόντουσαν τ’ αγοράκια. Απ’ τη δύσκολη θέση τον έβγαλε η Μιλήσια που του εξεδήλωσε την επιθυμία ν’ ανοίξει σχολή ρητορικής. Στο μεσοδιάστημα είχε θαυμάσει τις ιδέες τού Αναξαγόρα στην Αγορά αλλά και κατ’ ιδίαν κι είχε ποζάρει και για ένα άγαλμα τού Φειδία. (αυτό αποκλειστικά κατ’ ιδίαν).
Αφού βρήκε τις άκρες η Ασιάτισσα έκανε και το μεγάλο σάλτο. Σπίτι κάτω απ’ την Ακρόπολη και τα λεφτά ντούκου. Επίπλωση και τέσσερις σκλάβες ο Ιππόδαμος, ο Φειδίας έκανε το μεσίτη, κάτι πρέπει να τσόνταρε κι ο Αναξαγόρας κι έτοιμη η καλύβη που θα στέγαζε τις φιλοσοφικές ανησυχίες της.
Βοήθησε κι ένας στρατηγός, ο Αντιγένης, που διαφήμισε το μελίρρυτο τής νεαράς, με το αζημίωτο βέβαια, και τίγκα η καλύβη από μαθητές. Ούτε ο Στρατηγάκης στις δόξες του όταν άνοιγε παράρτημα για να μαθαίνουν οι μπόμπιρες το γκουντ μπάι.
Οι κακοήθεις λέγανε πως αυτό δεν ήτανε σχολή αλλά «οίκος». Τους έγραφε η Ασπασία εκεί που δεν πιάνει μελάνι ,απορροφημένη γαρ με τη διδασκαλία του πρωταρχικού στοιχείου στους Αθηναίους και με την καταμέτρηση του μπαγιόκου που ξεχείλιζε απ’ τα ερμάρια.
Ώσπου μια μέρα βροντάει την πόρτα της ο Σωκράτης. Και την άρχισε στα κολακευτικά πως τάχα μου ήθελε να τον μυήσει στη γνώση της. Καταφερτζής και λαοπλάνος ο αχρείος ,την έπεισε πως ήταν μπατίρης αλλά φιλομαθής. Κι έτσι ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος που «διδάχτηκε» βερεσέ. Αλλά έσπασε ο διάολος το ποδάρι του και μια νύχτα τον τσάκωσε αγκαλιά με τον Αναξαγόρα, έγινε σκηνή μεγάλη, αλλά τελικά παρέμειναν καλοί φίλοι. Και οι τρεις τους……….
Και πέρναγε ο καιρός κι εκπαιδεύονταν οι Αθηναίοι και μάθαιναν τα ρητορικά σχήματα και τις περικοκλάδες του λόγου. Καθάριζε ο λαιμός τους, μιλούσαν από στήθους και φούσκωνε το στήθος τους που όλα αυτά τους τα έμαθε η Ασπασία η Μιλήσια. Φήμες πως μέχρι και μουγγοί μίλησαν μετά την παρακολούθηση των ιδιαιτέρων της ελέγχονται ως ανακριβείς απ’ τους ιστορικούς.
Κάπου κει έσκασε μύτη ο Περικλής. Για την ακρίβεια, δεν έσκασε , αλλά της την έσκασε. Έβαλε για ρουφιάνο το Φειδία που την προσκάλεσε σπίτι του ,τάχα μου για κάτι επείγον. Κι έπεσε πάνω στον ηγέτη και λιγώθηκε η γλωσσού κι έχασε τη μιλιά της. Η εξουσία θαμπώνει, ως γνωστόν, τα γυναικάκια κι η κυρία ,πια, δεν μπορούσε ν’ αποτελέσει εξαίρεση. Ένα προβληματάκι υπήρχε, ο Περικλής ήταν παντρεμένος, αλλά ο έρως κάτι τέτοια μικροπράγματα τα ξεπερνά κι όπως χρόνια δεν κοιτά, τα εμπόδια τα πηδά.
Τ’ ακούμπησε στεγνά, κατά το σύνηθες, ο Περικλάκος στη σύζυγο, γλύκανε κι αυτηνής η πίκρα, έκανε στην μπάντα κι άνοιξε διάπλατα ο δρόμος για τη νομιμοποίηση του μεγάλου έρωτα.
Kουμπάροι ο Αναξαγόρας κι ο Φειδίας. Το έθιμα απαιτούσαν προίκα. Ξεβράκωτη η νύφη, ο Αξίοχος τα είχε κακαρώσει στο μεταξύ και της άφησε κάτι χειρόγραφα Ιώνων φιλοσόφων, οι Σόθμπυς δεν είχαν ανοίξει ακόμη, ο κίνδυνος να γίνει ρεζίλι η νύφη μεγάλος. Πονήρω η Ασπασία, τα έσοδα απ’ τα ιδιαίτερα τα είχε καταχωνιάσει και το ‘παιζε πτωχή πλην τίμια. Τι να κάνουν οι κουμπάροι, στάξανε από δέκα τάλαντα, χοντρά λεφτά τότε, βγήκε στον αφρό η νύφη κι είχαν κι αυτοί το ελεύθερο για τη γενναιοδωρία τους.
Ηγέτης ο γαμπρός, κουκλάρα η νύφη, όλο και υπήρχε κίνηση στο σπίτι. Είχε και τις ανησυχίες του το ζεύγος, τις φιλοσοφικές η Ασπασία, τις πολιτικές ο Περικλάρας, τους άρεσε κι η καλή παρέα κι έτσι στήθηκε ο κύκλος. Ιππόδαμος, Αναξαγόρας, Φειδίας, Σωκράτης, Σοφοκλής, Ηρόδοτος απετέλεσαν τον πυρήνα. Οι τέσσερις πρώτοι είχαν πάρει και μεζέ. Οι άλλοι ήταν στο περίμενε. Κι οργάνωνε τσιμπούσια η Ασπασία και καλούσε όποιους αυτή γούσταρε- από τότε είχαν το ταλέντο οι γυναίκες να φτιάχνουν τον κύκλο που αυτές θέλουν- κι όλοι μαζί συμβούλευαν το Μεγάλο πως θα κάνει την Αθήνα παντοκράτειρα και φανταχτερή.
Έκοβε και τις τσάρκες της στα μαγαζιά η Ασπασία, ψώνιζε κάνα φουστανάκι σινιέ και κάνα πατούμενο μουράτο και πέρναγε ο καιρός ζάχαρη. Ώσπου, όξω από μια βιτρίνα, την περιέλαβε μια Λουκά της εποχής , την πλάκωσε στα μπινελίκια - τι τσούλα, τι τσόκαρο την είπε- και πολύ έκλαψε η Ασπασία για το κακό και τ’ άδικο. Την παρηγόρησε ο Περικλέας, της είπε πως έτσι γίνεται όταν είσαι διασημότητα, της θύμισε και τη σκηνή με τη Μιμή και τη μπούφλα που της έχωσε μια μισότρελλη, παρηγορήθηκε η Ασπάσω, είχε και μια καθυστερησούλα, κάτι λιγωμάρες και ναυτίες, κατάλαβε πως της τον είχε φυτέψει το σπόρο ο ηγέτης και σταμάτησε να χολοσκά για μικροπράγματα, καθότι ανεμένετο τέκνον ξακουστών γονέων και το γεγονός δεν ήταν γι άλλες σκασίλες. Το κακό ήταν πως εκείνη την εποχή είχε προτείνει ο Περικλής ένα νόμο που έλεγε πως Αθηναίοι πολίτες θα λέγονταν μόνο τα παιδιά που είχαν και τους δυο γονείς Αθηναίους κι έτσι το κυοφορούμενο δεν θα έβλεπε ποτέ ψηφοφορία και αξιώματα. Δεν τον έπαιρνε τον Περικλή ν’ αλλάξει το νόμο, σκέφτηκε πως έχει ο Θεός -στο Ελλάντα οι νόμοι αλλάζουν σαν τα πουκάμισα- αγκάλιασε την Ασπάσω, της χάιδεψε την κοιλιά και δάκρυσαν παρέα για την ευτυχία που ερχόταν.
Κι επειδή τα μεγαλεία θέλουνε και μπιχλιμπίδια, ρίχνει την ιδέα ο Φειδίας να χτίσουνε ένα ναό που θα βγάζει μάτια. Και δίκην Μπόμπολα αναλαμβάνει το έργο του Παρθενώνα, παίρνει για βοηθούς τον Ικτίνο και τον Καλλικράτη και ξεκινούν οι δουλειές. Και πήρε πίσω και με το παραπάνω η κουφάλα ο Φειδίας τα δέκα τάλαντα που ακούμπησε για την προίκα της Ασπάσως. Οι καιροί αλλάζουν, η μίζα είναι όμως διαχρονική.
Έφαγε η μαρμάγκα πολλούς εργάτες στο χτίσιμο. Αλλά έτσι είναι οι μεγάλες ιδέες. Έχουν και θύματα. Ευτυχώς που δεν υπήρχαν τότε νόμοι για τα εργατικά ατυχήματα, γιατί το έργο θα τελείωνε του αγίου Σειληνού ανήμερα.
Κι είδε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του. Ήρθαν κλαψουρίζοντας κάτι Μιλήσιοι στην Αθήνα ,καρπαζωμένοι απ’ τους Σαμιώτες, να ζητήσουν βοήθεια. Τον τρελαίνει στην κρεβατομουρμούρα η Ασπάσω τον Περικλέα, «τα πατριωτάκια μου είναι καλά παιδιά και δημοκρατικά», την πιάνει κι ένας πονοκέφαλος, τη βγάζει με το χειρογλύκανο ο Περικλέας, τσιμπάει , τραβάει μια εκστρατεία στη Σάμο, καταφέρνει να την κερδίσει , αλλά του έγινε ο κώλος μπουγαδοκόφινο. Σκληρά καρύδια οι Σαμιώτες, του βγάλανε τη γλώσσα έξω να τους λυγίσει. Κι άρχισαν να γκρινιάζουν οι Αθηναίοι πως άλλος γαμεί, άλλος πληρώνει.
Κι είναι άσχημο πράμα η γκρίνια. Και μεταδοτική σαν επιδημία. Μη δουν επιτυχημένο οι άνθρωποι, να πέσουν να τον φάνε. Κι άμα δεν μπορείς να βαρέσεις το γάιδαρο, χτυπάς το σαμάρι. Γάιδαρος ο Περικλέας, δεν καταλάβαινε Χριστό, βρήκαν τον κακόμοιρο το Φειδία να καταχεριάσουν. Κι αν έπιανε το κόλπο, θα περιλάμβαναν και τον ηγέτη. Στήσανε, λοιπόν, μια κατηγορία πως τάχα μου ο Φειδάκος τσούρνεψε κάτι κιλά απ’ το χρυσάφι με το οποίο είχε στολίσει το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς. «Κι άντε τώρα ν’ αποδείξεις πως δεν είσαι ελέφαντας», σκέφτηκαν οι κατήγοροι. ‘Τί θα κάνει ο Φείδης; Πώς θ’ αποδείξει πως όλα τα κιλά είναι πάνω στο άγαλμα;». Γάτα ο Περικλέας ,όμως, του είχε πει να κρύψει κάτι χρυσές πλάκες μεσ’ το άγαλμα, σηκώνεται πάνω, «άμα θέλετε ρε, πηγαίνετε να δείτε τις πλάκες, μεσ’ το άγαλμα είναι!», τέζα οι συκοφάντες, ούτε καν τόλμησαν να παν να το ζυγίσουν μπας και γίνουν νούμερα, έπιασε η μπλόφα ,αφρός ο Φειδίας.
Έλα όμως που ο Περίκλας δεν υπολόγισε τη ματαιοδοξία τού φίλου του. Νέα καταγγελία, ο Φειδίας είχε χαράξει πάνω στην ασπίδα της θεάς Αθηνάς τη σκυλόφατσά του, την μακρουλή κεφάλα του Περικλέα και το μουτράκι τής Ασπάσως. Ιεροσυλία! Στη μπουζού ο Φείδης, χωρίς μισόγυμνα μοντέλα, του ήρθε μελαγχολία, κορόμηλο το δάκρυ.
Επόμενος στόχος ο Αναξαγοράκος. «Τι σκατά λέει αυτός; Πως ίσως τ’ άστρα κι ο ουρανός υπακούουν σε κάποιους φυσικούς νόμους και δεν κόβουν βόλτες κατ’ εντολή των θεών; Και πως ο ήλιος δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά φωτιά; Κάτσε να φτιάξουμε ένα νόμο να απαγορεύει τέτοιες μελέτες κι αν μπορεί ας συνεχίσει ο τρελλός επιστήμονας να λέει τις παπαριές του!». Του το σφυράνε του αρχαίου Κοπέρνικου, σκέφτεται αυτός «ρε, εδώ μου την έχουν στημένη!» και την κάνει σαν τον Καραβέλα.
Κι ήρθε κι η σειρά της Ασπάσως που της άρεσαν τα παρτάκια. «Γιατί τόσα τσιμπούσια, κυρά μου; Και καλά, θες να ντερλικώνεις με τους φίλους σου, οι παλλακίδες τί χρειάζονται στις συνεστιάσεις σου; Επειδή αρέσουν στον μερακλή τον Περικλέα οι παρτούζες, εσύ θα κάνεις την τσατσά;».
Και ούιιιι, κυρίες και κύριοι! Νάσου η μαντάμ στο καρεκλάκι.
«Δεν πιστεύει στους θεούς αλλά μελετάει τα φυσικά φαινόμενα, κύριοι δικαστές! Αφήστε , που κάθε τρεις και λίγο μαζεύει τα κοριτσόπουλα στο σπίτι της να γαργαλάνε τα καλαμπαλίκια του Περικλέα και των φίλων του! Έτσι τον κρατάει, με παρτούζες κι αλλαξοκωλιές! Αίσχος!».
Πουτάνα ο Περίκλας, σκέφτεται πως δεν τη βγάζει καθαρή η Ασπάσω με ανταλλαγή επιχειρημάτων, ξέρει πως ο κόσμος τον λατρεύει, σηκώνεται το λοιπόν και τραβάει ένα δακρύβρεχτο λόγο περί αγάπης, λατρείας, ματς-μουτς και τα τοιαύτα, ρίχνει κι ένα δάκρυ στυλ Ξανθόπουλου, τους παίρνουν τα ζουμιά τους δικαστές και τσουπ καθαρή κι αμόλυντος η μανταμίτσα.
Παρεμπιπτόντως, η εξάπλωση των Αθηναίων ενοχλούσε τους Σπαρτιάτες. Τσίγκλησαν, το λεπόν, κάποιες πόλεις που δεν πολυγουστάρανε τους Αθηναίους, τους έταξαν και συμπαράσταση κι άρχισαν τα όργανα. Βγάζει ένα διάταγμα ο Περικλάρας περί απαγόρευσης εισόδου των Μεγαρέων στην Αθήνα, τα παίρνουν στην κράνα οι άλλοι και να το πατιρντί. Βρίσκει ευκαιρία το πειραχτήρι ο Αριστοφάνης, στήνει μια ιστορία πως τάχα μου δυο Αθηναίοι απήγαγαν την καλύτερη πουτάνα των Μεγάρων ,τη Σιμήθα, η οποία έκανε και λεσβιακό σόου, και πως σ’ αντεκδίκηση οι Μεγαρείς απήγαγαν δυο πουτανάκια της Ασπάσως. Και πως η Ασπάσω, πολύ κακοκαρδίστηκε και έβαλε λόγια του Περικλέα να καρπαζώσει τους Μεγαρείς. Και πως έτσι ξεκίνησε ο πόλεμος, ο Πελοποννησιακός. Πυρ, γυνή και θάλασσα τα τρία κακά της ανθρωπότητας και κακώς κατηγορήθηκε η Εύα για το ένα απ’ αυτά, καθότι η Ασπάσω ήταν μεγαλύτερη καργιόλα.
Έπεσε, όμως, λοιμός, ξεκληρίστηκε η Αθήνα, τα κακάρωσαν κι οι δυο γιοι τού Περικλέα απ’ την πρώτη του γυναίκα, δεν είχε προλάβει να στήσει Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας ο Περικλέας, κόλλησε κι αυτός την ίωση και πήγε να κοιτάξει τα ραδίκια απ’ τη ρίζα.
Κι έπεσε σε λύπη βαριά η μανδάμ, αλλά στις εννιά τού μακαρίτη άλλος μπήκε μεσ’ το σπίτι. Λυσικλή τον λέγανε, πρόβατα έβοσκε, τον περιέλαβε όμως η τσουράπω και σε εννιά μήνες τον έκανε να βγάζει κάτι λόγους στην Αγορά ν’ ακούει η μάνα και τού παιδιού να μη λέει. Κι έγινε ηγέτης της Αθήνας ο Λυσικλέας κι ικανοποιήθηκε κι η μαντάμ που απέδειξε πως ήξερε να φτιάχνει άντρες. Για τα πρόβατα τού Λυσικλέα δεν αναφέρει κάτι η Ιστορία, αλλά από κάτι φήμες συνάγεται το συμπέρασμα πως γίνανε μεζεδάκια για τις συνεστιάσεις τής Ασπάσως, καθότι η ψυχή βγαίνει, το χούι δεν βγαίνει……………

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
1337 αναγνώστες
17 σχόλια
 Όλα τα σχόλια για το άρθρο
Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009
08:41


 

 
 
        
 
 
 
 
 
 
Η σαγιονάρα χτυπούσε τη σκασμένη φτέρνα με θόρυβο. Ο σωματώδης μεσήλικας κατευθυνόταν με αγέρωχο ύφος στις ξαπλώστρες της πισίνας. Πετσέτα λουλουδάτη, αεράτα ριγμένη στον δεξί ώμο. Γυαλιά σκούρα, τεράστια σα φανάρια διώροφου πούλμαν. Ρολόι υποβρύχιων καταδύσεων. Κοιλιακοί κυρτωμένοι προς τα έξω με εμφανή δυσκολία να συγκρατήσουν το αποθηκευμένο περιεχόμενο . Μπανιερό παρδαλό, τρίχα αρκουδίσια, κεφαλή ημιϋπαίθριος.
Έστρωσε με χάρη την πρώτη άδεια ξαπλώστρα και έλαβε θέση βολής. Για παραλλαγή είχε κι ένα μυθιστόρημα του Καζαντζάκη πρόχειρο. Το βιβλίο χρησίμευε ως συμπληρωματική των γυαλιών κρυψώνα των αδηφάγων οφθαλμών του.
Σκάναρε με πλάγια όραση τον πέριξ της υδατοδεξαμενής χώρο με βήματα χιλιοστού. Σε απόσταση μέτρου μια πεντάχρονη έβγαζε τσιρίδες οργής. Η όρκα μάνα της αρνιόταν την αγορά κόκα κόλας επικαλούμενη τη συχνή κατανάλωση του αναψυκτικού υπό του κορασίου. Ήταν η ίδια που προ δύο ωρών στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου είχε εφοδιάσει με ένα τόνο καύσιμα το ενεργοβόρο κορμί της. Δέκα κρουασανάκια, δυό σάντουϊτς με μορταδέλα και διπλό τυρί, τέσσερα κομμάτια κέϊκ, τα δύο σοκολατούχα, πέντε ποτηράκια πορτοκαλίζοντος ύδατος, δυό βυσσινάδες και άπειρο αριθμό εμβεβρεγμένων σε κούπες καφέ αρτοσκευασμάτων.
Επόμενη στάση τού εμβίου γυροσκοπίου ,σάψαλο απροσδιορίστου ηλικίας. Χρώμα δέρματος σκούρο κουραδί. Προφανώς η γραία ήθελε να είναι ασορτί με τον χουν που συντόμως θα την εσκέπαζε.
Παραδίπλα, όμως, σε ύπτια θέση ανεπαύετο ενδιαφέρουσα περίπτωση. Η καμπυλότητα των γλουτών έδενε αρμονικά με την ευθύτητα των ευειδών μηρών. Εκείνο όμως που του προξένησε εντύπωση ήταν το παραπλεύρως ευρισκόμενο αναπηρικό αμαξίδιο. Όταν δε παρατήρησε και το ζεύγος βακτηριών με κεφαλή σε σχήμα Τ ,ντράπηκε για λογαριασμό του.
Παρά ταύτα ήταν ακόμη νωρίς να διακόψει την έρευνά του. Η ώρα της μαζικής προσέλευσης δεν είχε φθάσει .
Απορροφημένος από την παρατήρηση χώρου και παρευρισκομένων δεν αντελήφθη έγκαιρα την εγκατάσταση ,στα εξ ευωνύμων του, ωρίμου ευσταλούς θήλεος. Η νεοφερμένη τα είχε τα χιλιόμετρά της βεβαίως πλην ,όμως, ήταν εμφανώς καλοσυντηρημένη. Στρωμένος κινητήρας, ατρακάριστο αμάξωμα, άφθαρτα ελαστικά.
Με το γνωστό πρόσχημα της ανευρέσεως φωτιάς της απηύθυνε τον λόγο. Ουδεμία απόκριση. Ούτε καν ελαφρά στροφή της κεφαλής. Επανέλαβε δυνατότερα το αίτημα αλλά επί ματαίω.
Αποφάσισε να αποχωρήσει. Σήμερα δεν ήταν η μέρα του. Μάζευε την πετσετούλα του ,όταν άκουσε τη φωνή πίσω του.
-Έχετε ώρα?
Έστρεψε περιχαρής. Η λάγνα αντίκα τον κοιτούσε κατάματα μ’ ένα χαμόγελο όλο υποσχέσεις. Κοίταξε το ρολόϊ του .
-12. Ακριβώς.
-Δεν σας άκουσα. Μου την ξαναλέτε?
Τότε πρόσεξε πως ταυτόχρονα έφερε και το χέρι στο αριστερό της αυτί κατευθύνοντας το πτερύγιο προς το μέρος του.
 
 
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
Σελίδα 1 από 50123456789>Τελευταία»

Σχετικά με το blog

Λίγα λόγια για εμένα
www.mantri.gr
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις
Σύνδεσμοι